Το ιστορικό της περιόδου

E-mail Εκτύπωση PDF

İzmirin işgali

Κατά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Κεντρικές Δυνάμεις της Γερμανίας, της Αυστρουγγαρίας, της Βουλγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρέθηκαν νικημένες από τις Ενωμένες Δυνάμεις, υπό την ηγεσία της Βρετανίας και της Γαλλίας. Παρά τις μερικές νίκες της στο πεδίο της μάχης, η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν είχε άλλη επιλογή από την υπογραφή της Ανακωχής του Μούδρου στις 30 Οκτωβρίου 1918, μια συμφωνία η οποία χορήγησε στις Ενωμένες Δυνάμεις το δικαίωμα να καταλάβουν τα εδάφη των ηττημένων εθνών. Με το πρόσχημα της συμφωνίας αυτής, η Ανατολία διανεμήθηκε ανάμεσα στις νικητήριες δυνάμεις και η σταδιακή κατάληψη ξεκίνησε.
Η Ανακωχή του Μούδρου οδήγησε στο σχηματισμό ενόπλων μονάδων, οι οποίες ξεφύτρωναν γύρω από το Αιγαίο και στις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, για να αντιμετωπίσουν τις ελληνικές κατοχικές δυνάμεις. Οι ποικίλλες αυτές ομάδες σύντομα ενώθηκαν κάτω από τη σημαία του Kuvay-i Milliye, του Τουρκικού Εθνικού Κινήματος. Στις 19 Μαΐου 1919, ενάντια στη βρετανική αντίσταση, ο Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα,
δίνοντας την αρχική ομοβροντιά του κινήματος εθνικής αντίστασης, το οποίο ξεκίνησε στην πραγματικότητα με την κυκλοφορία του εγγράφου που είναι γνωστό ως η Εγκύκλιος της Αμάσειας.

Μετά από τις Συνελεύσεις του Ερζερούμ και της Σίβας, τα θεμέλια του νέου τουρκικού κράτους ιδρύθηκαν με την έναρξη της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης στις 23 Απριλίου 1920. Το δυτικό μέτωπο και ο πόλεμος ενάντια στους εισβολείς Έλληνες στη δυτική Ανατολία αποτέλεσαν το πεδίο της κρίσεως που καθόρισε την έκβαση του πολέμου. Ο Ελληνικός Στρατός οδηγήθηκε στη Μάχη του Σαγγαρίου την 9η Σεπτεμβρίου 1922, ενώ οι τουρκικές δυνάμεις έφταναν στη Σμύρνη τερματίζοντας έτσι την ελληνική κατοχή.

Μετά από τη νίκη στη Σμύρνη, το τουρκικό ιππικό σώμα υπό τη διοίκηση του Φαχρετίν Αλτάι ξεκίνησε την πορεία του προς την Κωνσταντινούπολη. Ο Αλτάι απηύθυνε τελεσίγραφο προς τις Γαλλικές και τις Βρετανικές και Γαλλικές δυνάμεις στα στενά του Τσανάκαλε, προκειμένου αυτές να επιτρέψουν στις δυνάμεις του να περάσουν ελεύθερα από τα στενά. Παρά την απόσυρση των γαλλικών δυνάμεων, οι αγγλικές, κατόπιν εντολών του πρωθυπουργού Λόιντ Τζορτζ, αρνήθηκαν να αποχωρήσουν και απείλησαν την κυβέρνηση της Άγκυρας με πόλεμο. Θορυβημένα από την προοπτική ενός ακόμα πολέμου, το Συντηρητικό Κόμμα και η βρετανική κοινή γνώμη εναντιώθηκαν στην απόφαση του Λόιντ Τζόρτζ. Το αδιέξοδο, που έγινε γνωστό ως Κρίση του Τσανάκ, έπαψε να υφίσταται και στις 3 Οκτωβρίου 1922 άρχισαν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις Ενωμένες Δυνάμεις και στην Κυβέρνηση της Άγκυρας, στο κρίριο όπου βρίσκεστε αυτή τη στιγμή.

Η απελευθέρωση της Σμύρνης την 9η Σεπτεμβρίου 1922 μετά από μια σειρά στρατιωτικών νικών εξέπληξε τις Ενωμένες Δυνάμεις. Η αναγγελία των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων ότι δεν θα σταματούσαν πριν απελευθερώσουν τη Θράκη οδήγησε στο αίτημα των Ενωμένων Δυνάμων για διαπραγματεύσεις.

Αφού διορίστηκε από τη Γαλλική κυβέρνηση και ενεκρίθη από τις ιταλικές και βρετανικές αρχές, ο Henry Franklin-Bouillon έγινε δεκτός από τον Μουσταφά Κεμάλ στο Παλάτι Uşakizade στη Σμύρνη. Το αποτέλεσμα αυτών των συνομιλιών ήταν η απόφαση να διεξαχθεί συνδιάσκεψη μεταξύ της Τουρκίας και των Ενωμένων Δυνάμεων της Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας στα Μουδανιά. Η συνδιάσκεψη άρχισε στις 3 η ώρα της 3ης Οκτωβρίου 1922.
Στη συνδιάσκεψη συμμετέσχον ο Ισμέτ Ινονού ως εκπρόσωπος της Τουρκίας, ο στρατηγός Χάριγκτον ως εκπρόσωπος της Βρετανίας και οι στρατηγοί Σαρπί και Μομπέλι ως αντιπρόσωποι της Γαλλίας και της Ιταλίας αντίστοιχα. 'Εχοντας τον στρατηγό Χάριγκτον καθισμένο στα δεξιά του, τον Σαρπί στα αριστερά και τον Μομπέλι απέναντί του, ο Ισμέτ Ινονού απέκτησε τακτικό πλεονέκτημα ήδη κατά την έναρξη της συνδιάσκεψης, καθώς οι αντίπαλοί του ήταν εκνευρισμένοι, αφού ο Ινονού τους υπαγόρευσε ο ίδιος τη θέση τους στο τραπέζι. Καθ' όλη τη διάρκεια ο στρατηγός Χάριγκτον μιλούσε Αγγλικά, ενώ ο συνταγματάρχης Χέιγουντ διερμήνευε γι' αυτόν στα Γαλλικά. Παρόλο που δεν διέθετε κάποια επίσημη ιδιότητα, ο Franklin-Bouillon ήταν επίσης παρών και καθόταν στη γωνία. Έχοντας άμεσο ενδιαφέρον για την έκβαση των συνομιλιών, η ελληνική αντιπροσωπεία έφτασε τη δεύτερη ημέρα, αλλά δεν παρέστη στο συνέδριο, παρά διέμεινε στο πλοίο της που έμεινε αγκυροβολημένο στα ανοικτά της ακτής των Μουδανιών.

Η Ελληνική αντιπροσωπεία απετελείτο από τον στρατηγό Μαζαράκη και από τον συνταγματάρχη Σαρηγιάννη. Ο λόγος της απουσίας τους από τη συνδιάσκεψη ήταν η άρνηση της Ελλάδος να εγκαταλείψει την Ανατολική Θράκη, κάτι που σήμαινε την de facto απόρριψη των τουρκικών αιτημάτων στη Συνδιάσκεψη. Οι Έλληνες ανέμεναν και εύχονταν την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, καθώς οποιοδήποτε αδιέξοδο μεταξύ των Βρετανών και των Τούρκων σχετικά με το καθεστώς των Στενών θα οδηγούσε στην αναβίωση των εχθροπραξιών μεταξύ των δύο χωρών, οι οποίες με τη σειρά τους θα προσέφεραν στους Έλληνες την ευκαιρία να ανακτήσουν εδάφη τα οποία διεκδικούσαν στη Δυτική Ανατολία.

Οι Γάλλοι και οι Ιταλοί, παρόλο που έδειχναν συμπάθεια έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων, στήριζαν πλήρως τις βρετανικές προτάσεις που αφορούσαν τα Στενά και την Ανατολική Θράκη. Υπό αυξανόμενη πίεση, η κυβέρνηση της Άγκυρας δήλωσε ότι είχε την βούληση να κάνει χρήση της στρατιωτικής επιλογής, αν τούτο ήταν αναγκαίο.

Οι διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν την 3η Οκτωβρίου, κατέληγαν σε αδιέξοδο όποτε θιγόταν το ζήτημα των Στενών και της Ανατολικής Θράκης, σε βαθμό τέτοιο ώστε στις 6 Οκτωβρίου ο Μουσταφά Κεμάλ δήλωσε ότι ο τουρκικός στρατός θα κινητοποιείτο προς αντιμετώπιση του συνεχούς διπλωματικού αδιεξόδου. Αφού οι Γάλλοι εξέθεσαν τις αντιρρήσεις τους για την περίπτωση της επανάληψης των εχθροπραξιών, οι διαπραγματεύσεις άρχισαν εκ νέου την 7η Οκτωβρίου. Ωστόσο ο στρατηγός Χάριγκτον, επικαλούμενος το γεγονός ότι ο Λόρδος Κέρζον βρισκόταν στο Παρίσι και ότι συνεπώς δεν είχε δυνατότητα επικοινωνίας, κινήθηκε προς την αναβολή των διαπραγματεύσεων. Κατά τη διάρκεια αυτού του αδιεξόδου, που συνεχίστηκε μέχρι την επανέναρξη των συνομιλιών την 9η Οκτωβρίου, οι στρατηγοί των Ενωμένων Δυνάμεων εξέφρασαν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Franklin-Bouillon, την απογοήτευσή τους για τη συμπεριφορά την οποία επέλεξε ο Ινονού έναντι των ομολόγων του, τους οποίους θεωρούσε νικημένους.

Το βασικό ζήτημα των συνομιλιών, που ξανάρχισαν την 9η Οκτωβρίου, ήταν η Ανατολική Θράκη. Η αξίωση των Τούρκων ήταν να αποχωρήσουν οι Έλληνες από την περιοχή μέχρι τον ποταμό Έβρο και από το προάστιο της Αδριανούπολης Κάραγατς. Όσον αφορά τα ζητήματα τόσο της Ανατολικής Θράκης όσο και των Δαρδανελλίων, τα τουρκικά αιτήματα ικανοποιήθηκαν στην πλειοψηφία τους και στις 6:00 το πρωί της 11ης Οκτωβρίου τα τέσσερα κείμενα της Ανακωχής των Μουδανιών, γραμμένα στα Γαλλικά, υπογράφηκαν σε αυτήν την αίθουσα από τους αντιπροσώπους της τουρκικής κυβέρνησης και από τις τρεις ενωμένες δυνάμεις. Παρόλο που η αγκυροβολημένη στα ανοικτά ελληνική αντιπροσωπεία αρνήθηκε να υπογράψει τη Συμφωνία επικαλούμενη έλλειψη εξουσιοδότησης προς τούτο, ο στρατηγός Χάριγκτον υποστήριξε ότι αυτό δεν ήταν εμπόδιο για τη νομιμότητητα και την εγκυρότητα του εγγράφου. Τρεις μέρες αργότερα, ο Έλληνας αντιπρόσωπος στην Κωνσταντινούπολη Σονόπουλος, ανήγγειλε ότι η χώρα του αποδέχεται την Ανακωχή. Έτσι η τουρκική κυβέρνηση απέκτησε ό,τι επεδίωξε, και ανακατέλαβε τη Θράκη χωρίς τον πυροβολισμό ούτε μιας σφαίρας.

You are here Ana Sayfa